Courseworks

Abstract

Η παρούσα εργασία πραγματεύεται τη ζωή των νέων στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή του Μετσόβου. Η νέα γενιά είναι το αύριο της περιοχής. Στόχος της έρευνας είναι να αποκωδικοποιήσει τη σχέση τους με τον τόπο τους, τόσο ως προς το φυσικό περιβάλλον όσο και ως προς την τοπική κοινωνία και την παράδοση, να αποκαλύψει τις επιθυμίες και τους στόχους τους, να εντοπίσει τις φυγόκεντρες δυνάμεις αλλά και τα στοιχεία που τους κρατούν στον τόπο τους. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με χρήση ερωτηματολογίων προς στους μαθητές Λυκείου του Μετσόβου. Ακολούθησε η επεξεργασία των απαντήσεων των ερωτηματολογίων με τη χρήση του λογισμικού SPSS και έγινε η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Η συνολική εικόνα χαρακτηρίζεται από τη βαθιά αγάπη των νέων για τον τόπο και τις παραδόσεις του, την επίδραση ενός ενιαιοποιημένου πια τρόπου ζωής αλλά και την ύπαρξη ζωτικών αναγκών που πρέπει να ικανοποιηθούν. Οι νέοι φαίνεται ότι βρίσκονται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: οι παράγοντες που τους ωθούν μακριά (εκπαίδευση, επαγγελματική αποκατάσταση, διασκέδαση κλπ) φαίνεται να βρίσκονται σε μια κρίσιμη ισορροπία με τις δυνάμεις που τους κρατούν στον τόπο τους. Είναι καθήκον της τοπικής κοινωνίας να αφουγκραστεί προσεκτικά τα προβλήματα και τις διαθέσεις τους και να λάβει τα απαραίτητα μέτρα έτσι ώστε το δίλημμα αυτό να απαντηθεί θετικά, προς όφελος και των νέων και της τοπικής κοινωνίας γενικότερα.

Abstract

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της οικιστικής εξέλιξης των ορεινών περιοχών μέσα από το παράδειγμα του οικισμού του Μετσόβου. Για το λόγο αυτό, έγινε φωτοερμηνευτική παρατήρηση του οικισμού, με χρήση τηλεπισκοπικών απεικονίσεων σε τέσσερις χρονικές περιόδους εντός των τελευταίων 50 χρόνων. Στη μεθοδολογική αυτή προσέγγιση, συνδυάσθηκαν επίσης χάρτες και πρόσφατο διανυσματικό υπόβαθρο της περιοχής μελέτης με χρήση των εργαλείων ERMapper και ArcGIS. Από την εργασία παρήχθησαν χάρτες που παρουσιάζουν τους ρυθμούς αστικοποίησης κι επέκτασης του οικισμού, κι επιχειρήθηκε η συσχέτιση των αποτελεσμάτων με μορφολογικά, ιστορικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά και άλλα χαρακτηριστικά της περιοχής μελέτης. Από τη μελέτη προκύπτει ότι, η μεθοδολογία αυτή μπορεί κατάλληλα να εφαρμοσθεί και στη διερεύνηση της οικιστικής εξέλιξης περιπτώσεων ορεινών οικισμών με αντίστοιχα χαρακτηριστικά.

Abstract

Στην παρούσα εργασία αξιολογείται η αποτελεσματικότητα των Αναπτυξιακών Νόμων 2601/98 και 3299/2004 στο Δήμο Μετσόβου συνολικά και ανά οικονομικό τομέα, σε σχέση με το οικονομικό μοντέλο της περιοχής. Πιο συγκεκριμένα, αναλύονται τα βασικά χαρακτηριστικά των επιχορηγούμενων επενδύσεων και διερευνάται η επίδρασή τους στην οικονομική ανάπτυξη, με τη βοήθεια κατάλληλων πολλαπλασιαστών που υπολογίζονται ανά κλάδο από τον πίνακα εισροών-εκροών της Ελληνικής οικονομίας. Η έμφαση δίνεται σε δύο βασικά μεγέθη, ήτοι το εισόδημα και την απασχόληση, η αύξηση των οποίων αποτελεί βασικό στόχο του αναπτυξιακού πλαισίου.

Abstract

Το Μέτσοβο ανήκει σε μία ενεργειακά πλούσια περιοχή, από πλευράς ανανεώσιμου ενεργειακού δυναμικού. Παρόλα αυτά, τα υψηλά θερμικά φορτία σε συνδυασμό με την εξάρτησή του από συμβατικά καύσιμα το φέρνουν αντιμέτωπο με την ενεργειακή φτώχεια.

Με βάση τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του οικισμού σε θερμική ενέργεια και ύστερα από επισκόπηση, με χρήση θερμοκάμερας, της ενεργειακής συμπεριφοράς των κατοικιών, διατυπώθηκαν οκτώ διαφορετικά σενάρια εξοικονόμησης ενέργειας. Για κάθε ένα από τα σενάρια υπολογίστηκε το οικονομικό και περιβαλλοντικό όφελος που προκύπτει από την εφαρμογή τους καθώς και το κόστος επένδυσης. Πραγματοποιήθηκε, επίσης, οικονομοτεχνική αξιολόγηση των σεναρίων και αναδείχτηκαν τα δυνατά και αδύναμα σημεία των προτεινόμενων επεμβάσεων.

Η αξιοποίηση της τοπικά διαθέσιμης δασικής βιομάζας αποδεικνύεται πως αποτελεί την πιο αποδοτική, από επενδυτικής πλευράς, λύση. Εάν συνδυαστεί με επεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης του κελύφους των κατοικιών, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην απομάκρυνση του κινδύνου της ενεργειακής φτώχειας.

Abstract

Οι ορεινοί παραδοσιακοί οικισμοί δημιουργήθηκαν σε παλαιότερες εποχές, εποχές με διαφορετικές ανάγκες. Η επέλαση του αυτοκινήτου έχει επιφέρει σημαντικές  αλλαγές, καθώς οι τοπικοί, επαρχιακοί δρόμοι αδυνατούν να προσαρμοστούν στην αυξημένη κυκλοφορία του σήμερα, πόσο μάλλον όταν η κίνηση αυξάνεται κατακόρυφα στις λεγόμενες «περιόδους αιχμής». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο οικισμός του Μετσόβου, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρό κυκλοφοριακό πρόβλημα.

Αντικείμενο της εργασίας είναι η αποτύπωση της υφιστάμενης κατάστασης στο Μέτσοβο και η αναζήτηση πιθανών λύσεων για τη ρύθμιση της κυκλοφοριακής ροής και της στάθμευσης. Η εργασία στηρίζεται σε συλλογή πρωτογενούς υλικού, δηλαδή σε μετρήσεις κυκλοφοριακού φόρτου και σε μετρήσεις στάθμευσης. Από την επεξεργασία των δεδομένων προκύπτει ότι η κατάσταση στην περιοχή είναι κρίσιμη, το οδικό δίκτυο είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένο και η ζήτηση στάθμευσης υπερβαίνει κατά πολύ την προσφορά. Κρίνεται λοιπόν αναγκαίο να ληφθούν δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Εκτός από τα άμεσα μέτρα που προτείνονται, απαραίτητη προϋπόθεση για μία βιώσιμη συνύπαρξη ανθρώπου και αυτοκινήτου στην περιοχή είναι η υιοθέτηση ενός μοντέλου ζωής με λογική χρήση του αυτοκινήτου.

 

Abstract

Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φυσιογνωμίας ενός τόπου, η οποία απειλείται και από την μη αρμονική ένταξη των σύγχρονων κτιρίων στον παραδοσιακό ιστό. Το Μέτσοβο αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ορεινού οικισμού, ο οποίος έχει διαχρονικά υποστεί τις επιπτώσεις μιας ανορθολογικής ανάπτυξης. Εμφανίζει μια υποβαθμισμένη, αισθητικά και λειτουργικά, εικόνα σε αρκετά τμήματα του οικιστικού του ιστού. Χρόνο με το χρόνο, τα αστικού τύπου κτίρια δείχνουν να επιβάλλονται σε μια ισχυρή παράδοση, που μοιάζει να ασφυκτιά. Η κεντρική οδική αρτηρία του Μετσόβου παρουσιάζει έντονα στοιχεία φυσιογνωμικής αλλοίωσης. Δεκατέσσερα κτίρια, κατά μήκος της, επιλέγονται και μελετώνται. Οι προτάσεις επανασχεδιασμού των όψεών τους συνοδεύονται από την αναλυτική τους κοστολόγηση. Στην εργασία παρουσιάζονται οι προτάσεις, με φωτογραφίες της υπάρχουσας κατάστασης και τεκμηριωμένα σκίτσα των προτεινόμενων επεμβάσεων. Αναδεικνύονται οι κύριες αιτίες της χωρικής υποβάθμισης. Οι επεμβάσεις, σεβόμενες τις υπάρχουσες χρήσεις, ανατρέπουν το βασικό, προς μη υλοποίησή τους, επιχείρημα: χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά προσιτό κόστος κατασκευής. Μέσα από την ανάλυση και τεκμηρίωση της σχεδιαστικής διαδικασίας καταγράφεται η μεθοδολογία αντιμετώπισης παρόμοιων ζητημάτων, στον ορεινό χώρο.

Abstract

Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα μετατράπηκε από χώρα εξόδου, σε χώρα εισόδου μεταναστών. Το μεταναστευτικό κύμα από την Αλβανία έθεσε νέα δεδομένα στο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό “status quo” της χώρας. Μία μερίδα μεταναστών αλβανικής υπηκοότητας, αφού αφήσει πίσω της μία πατρίδα που αδυνατούσε να τους προσφέρει τα στοιχειώδη, θα εγκατασταθούν μόνιμα στον παραμελημένο από την ελληνική πολιτεία και τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, ορεινό χώρο των Τζουμέρκων. Η δυσκολία επαγγελματικής αποκατάστασης σε περιοχές-παραγωγικά κέντρα της χώρας και οι δουλειές που “περίμεναν” για να γίνουν στους ορεινούς αυτούς οικισμούς (και που κανείς έως τότε δεν τις αναλάμβανε), είναι οι βασικότεροι λόγοι που θα ωθήσουν τους αλλοδαπούς αυτούς μετανάστες εκεί. Η σημαντικότερη συμβολή τους εντοπίζεται, κυρίως, στην έντονη κατασκευαστική δραστηριότητα αλλά και στην κτηνοτροφία, κλάδοι θεμελιώδους σημασίας για την ύπαρξη και ανάπτυξη των Τζουμέρκων. Η αμοιβαία ανάγκη και η αλληλεξάρτηση μεταξύ των ντόπιων κατοίκων και των μεταναστών θα δημιουργήσουν τις συνθήκες για αλληλεπιδράσεις όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο κοινωνικό και πολιτισμικό. Τέλος, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των μεταναστών αυτών είναι η συνεχής μετακίνηση τους ανάμεσα σε περιοχή καταγωγής και περιοχή εργασίας, η οποία επιδρά σε αυτούς ποικιλοτρόπως. Κάνουμε λόγο για “διεθνικούς” μετανάστες που κουβαλούν μαζί τους δύο πολιτισμικές ταυτότητες, ζουν δύο ζωές και έχουν δύο τόπους διαμονής.

Abstract

Τα Τζουμέρκα είναι μία δυσπρόσιτη οροσειρά με πλούσια φυσικά και πολιτιστικά διαθέσιμα. Οι κύριες οικονομικές δραστηριότητες στην περιοχή είναι η κτηνοτροφία και ο τουρισμός. Είναι κοινά παραδεκτό ότι οι αναπτυξιακές δράσεις και τα κίνητρα που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Η αναζήτηση, επομένως, των βέλτιστων αναπτυξιακών επιλογών παραμένει ένα ζητούμενο. Η άσκηση, όμως, της φαντασίας για ένα καλύτερο μέλλον, που μερικές φορές αναφέρεται και ως «οραματισμός», είναι δομικό στοιχείο στην αναζήτηση της αξιοβίωτης ολοκληρωμένης ανάπτυξης.

Στην κατεύθυνση αυτή, στην παρούσα εργασία, διερευνώνται οι κοινωνικές αναπαραστάσεις των κατοίκων της περιοχής των Τζουμέρκων για την ανάπτυξη της περιοχής στο μέλλον, με στόχο να τις αναγνωρίσουμε ως φαινόμενα που μαρτυρούν κοινωνικές δυναμικές, τις οποίες οφείλουμε να αναδείξουμε όσο γίνεται πιο αντικειμενικά. Η έρευνα βασίστηκε σε μια ποιοτική ερμηνευτική προσέγγιση. Χρησιμοποιήθηκαν οι τεχνικές της συνέντευξης, των Focus Groups (Ομάδων Εστίασης) και της μεθόδου των ελεύθερων συνειρμών. Η ερευνητική προσπάθεια εστίασε σε επαγγελματίες κατοίκους της περιοχής. Οι ερωτήσεις διακρίθηκαν σε δύο κεντρικούς άξονες. Ο πρώτος άξονας περιλάμβανε ερωτήσεις προσδιορισμού του αναμενόμενου μέλλοντος και ο δεύτερος ερωτήσεις προσδιορισμού του προσδοκώμενου μέλλοντος. Για τον εντοπισμό των αναπαραστασιακών στοιχείων χρησιμοποιήθηκε το κριτήριο της έντονης παρουσίας αναλύοντας τα δεδομένα που προέκυψαν από την έρευνα μας και αντλώντας δεδομένα και από άλλη ποσοτική έρευνα (Ρόκος, 2004).

Η αντιπαραβολή των στοιχείων που προέκυψαν από τον οραματισμό του προσδοκώμενου και του αναμενόμενου μέλλοντος, προσδιόρισε τα όνειρα, τις προσδοκίες, αλλά και τους φόβους των κατοίκων της περιοχής. Η βελτίωση της προσβασιμότητας, οι θέσεις εργασίας και τα έργα υποδομής που αποτέλεσαν τα αναπαραστασιακά στοιχεία με τη μεγαλύτερη συχνότητα, τέθηκαν σε αμφισβήτηση από την πεποίθηση ότι «λίγα πράγματα μπορούν να αλλάξουν». Η επιθυμία για ποιοτική ενίσχυση του τουρισμού υποχώρησε μπροστά στο φόβο της δημιουργίας ανταγωνιστικών τουριστικών εκμεταλλεύσεων. Η επιθυμία για ουσιαστική υποστήριξη και ενημέρωση των αγροτών συσκοτίστηκε από τον φόβο της επανάληψης της ανούσιας πολιτικής επιδοτήσεων των τελευταίων χρόνων. Η προσδοκία για την ανάδειξη του πολιτισμού της πραγματικής ζωής υποχώρησε μπροστά στους φόβους από τη συνεχιζόμενη εγκατάλειψη και τους ασθενέστερους δεσμούς των νέων με την περιοχή. Η επιθυμία για την προστασία και τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής επισκιάστηκε από τους φόβους που προκάλεσαν οι μεγάλες πράσινες επενδύσεις.

 

 

Abstract

Αντικείμενο της εργασίας είναι η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το σύγχρονο lifestyle επιδρά στο νέο, κυρίως, πληθυσμό των ορεινών περιοχών. Ως περιοχή μελέτης έχουν επιλεγεί τα χωριά των Τζουμέρκων, της Ηπείρου. Η εργασία ξεκινά με την περιγραφή και τον ορισμό του lifestyle και προχωρά, στη συνέχεια, σε μια ιστορική αναδρομή της εξέλιξής του στην Ελλάδα, αναλύοντας τις διάφορες συνιστώσες του και εστιάζοντας κυρίως στις επιπτώσεις του στους διάφορους τομείς της σύγχρονης πραγματικότητας. Στόχος της εργασίας είναι, μέσω της αξιοποίησης των αποτελεσμάτων επιτόπιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε στα Τζουμέρκα, να διερευνηθεί η σχέση των νέων Τζουμερκιωτών με την παράδοση, να εξεταστεί ο τρόπος αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου τους και οι επιμέρους καταναλωτικές και άλλες τους συνήθειες. Στόχος είναι, επίσης, να εντοπιστούν οι διαφοροποιήσεις με το παρελθόν και να αναδειχθούν οι επιπτώσεις του σύγχρονου lifestyle στο νέο πληθυσμό αυτής της ορεινής περιοχής.

In Workshop:
Abstract

Η τρίτη ηλικία, ειδικά στις ορεινές περιοχές των Τζουμέρκων, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπη με πολλά προβλήματα, όπως είναι η εξυπηρέτησή τους με τις δημόσιες υπηρεσίες, η κάλυψη των αναγκών τους για ιατρική περίθαλψη, το αίσθημα της απομόνωσης, η έλλειψη συμμετοχής στα κοινά με το παράλληλο αίσθημα της περιθωριοποίησης. Στην συγκεκριμένη έρευνα, έγινε μία προσπάθεια, με την μέθοδο ερωτηματολογίων ανοιχτού τύπου και συνεντεύξεων, να αναφερθούν από τους ηλικιωμένους κατοίκους των χωριών των Τζουμέρκων, τα κοινωνικά τους προβλήματα και οι συνθήκες της καθημερινότητάς τους, καθώς οι λόγοι για τους οποίους επιλέγουν να παραμένουν στο φυσικό τους περιβάλλον παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν.

In Workshop: